δάπεδον

δάπεδον [pron. full] [δᾰ], τό,
A level surface,

ἐν τυκτῷ δαπέδῳ Od.4.627

; floor of a chamber, 10.227, al., X.Cyr.8.8.16, IG4.952.44 (Epid.); ground, soil,

γῆς ἀρότροις ῥήξας δ. Ar.Pl.515

;

πόλιος δ. Hdt.4.200

;

Συρίης δ. AP12.131

(Posidipp.): abs., ground,

κείμενον ἐν δαπέδῳ Od.11.577

: in pl., a ship's decks (fore and aft), h.Ap.416; but, plain, Pi.N.7.34, E.Hipp.230 (anap.);

Βοιωτῶν δ. AP7.245

(Gaet.).—Mostly poet.; in later Prose, Luc.Sacr.8 alludes to Il.4.2. (From *dṃ-pedo- [dem-, dom-, dṃ-, = house; expld. by οἶκος, ἐρείπιον, Hsch.]; cf. ζάπεδον.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δάπεδον — level surface neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπέδοιο — δάπεδον level surface neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπέδοις — δάπεδον level surface neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπέδοισι — δάπεδον level surface neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπέδοισιν — δάπεδον level surface neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπέδου — δάπεδον level surface neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπέδων — δάπεδον level surface neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπέδῳ — δάπεδον level surface neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάπεδα — δάπεδον level surface neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάπεδο — Η διαμορφωμένη βατή επιφάνεια οποιουδήποτε κλειστού, υπαίθριου ή ημιυπαίθριου χώρου, εκτός από τις οδούς και τις πλατείες, για τις οποίες χρησιμοποιούνται κυρίως οι όροι οδόστρωμα κατάστρωμα. Η φυσική επιφάνεια του εδάφους αποτελούσε πάντοτε και… …   Dictionary of Greek

  • ζάπεδον — το βλ. δάπεδον. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού δάπεδον* με ζα * αντί δα (βλ. και λ. ζακόρος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.